ΑΡΘΡΟ 8 Ν.4067/12 : Ειδικές περιπτώσεις

NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4067 / ΦΕΚ 79 Α /2012
Νέος Οικοδομικός  Κανονισμός.
Άρθρο 8
Ειδικές περιπτώσεις
1.  α. Κατ’  εξαίρεση των  παραγράφων 48, 49, 53, 76 του άρθρου 2 του παρόντος, ως οικοδομικό τετράγωνο θεωρείται και το τετράγωνο που βρίσκεται στα ακραία σημεία ρυμοτομικού σχεδίου που έχει εγκριθεί  μέχρι την έναρξη  ισχύος του ν. 1337/1983 χωρίς να περιβάλλεται από όλες  τις  πλευρές  από κοινόχρηστους χώρους  ή και χωρίς  να περιβάλλεται από όλες  τις  πλευρές  από ρυμοτομικές γραμμές,  εφόσον  στην  περίπτωση  αυτή, στη θέση των ρυμοτομικών γραμμών που λείπουν απεικονίζονται οι γραμμές  των ορίων της έκτασης,  για την οποία εγκρίθηκε το σχέδιο  αυτό.
β. Οικόπεδα που βρίσκονται στα  πιο πάνω οικοδομικά τετράγωνα και δεν έχουν πρόσωπο σε εγκεκριμένη από το σχέδιο  ή προϋφιστάμενη αυτού οδό, δομούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου  5 των ενοποιημένων άρθρων 43, 44, 45 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923. γ. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα  Αποκεντρωμένης Διοίκησης επιτρέπεται, στις παραπάνω περιπτώσεις ρυμοτομικών σχεδίων που έχουν εγκριθεί  μέχρι 13.3.1983, ο καθορισμός  της οριακής  οδού του ρυμοτομικού σχεδίου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 με τη  διαδικασία του  άρθρου  3 του  νομοθετικού διατάγματος αυτού.
Ειδικά για τους  παραδοσιακούς οικισμούς  ο καθορισμός της οριακής  οδού γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις  της παρ. 9β του άρθρου 25 του ν. 2508/1997.
2. Όταν  στα  ακραία  σημεία  των εγκεκριμένων ρυμοτομικών  σχεδίων,  προβλέπεται η ύπαρξη δρόμου  και απέναντι από τα  αντίστοιχα οικοδομικά τετράγωνα, προβλέπονται ρυμοτομικές  γραμμές,  η δόμηση  των οικοπέδων  που έχουν  πρόσωπο στο  δρόμο  αυτόν, γίνεται  με βάση το  πλάτος  του, όπως προβλέπεται από το  σχέδιο  μέχρι  την  απέναντι  ρυμοτομική  γραμμή. Αν απέναντι από τα οικοδομικά  τετράγωνα που βρίσκονται στα ακραία  σημεία  του ρυμοτομικού σχεδίου, που έχει εγκριθεί, μέχρι  τις  13.3.1983, προβλέπεται οικοδομική γραμμή,  χωρίς  να  ανήκει  σε  Ο.Τ. με  την  έννοια  της παραγράφου  49 του άρθρου 2 του νόμου αυτού  ή της παραπάνω παραγράφου 1, οι ιδιοκτησίες που έχουν πρόσωπο στη  γραμμή  αυτή, εφόσον  έχουν  δημιουργηθεί μέχρι τη δημοσίευση  του νόμου αυτού, είναι οικοδομήσιμες μόνο κατά το τμήμα τους, το οποίο έχει επιφάνεια, που αντιστοιχεί στις  ελάχιστες απαιτούμενες για  το εμβαδόν  και  το  πρόσωπο διαστάσεις αρτιότητας, οι οποίες  προβλέπονται  από τις  πολεοδομικές διατάξεις, που ισχύουν για το απέναντι  οικοδομικό τετράγωνο. Οι ιδιοκτησίες αυτές οικοδομούνται  μόνο κατά το παραπάνω τμήμα τους, σύμφωνα με τους  όρους δόμησης, που ισχύουν για το απέναντι  οικοδομικό τετράγωνο, με τον περιορισμό ότι ο συντελεστής δόμησης δεν επιτρέπεται να είναι  μεγαλύτερος από τα  οριζόμενα  στο  άρθρο  6 του ν. 1337/1983, όπως ισχύει.
Για τα παραπάνω τμήματα  των ιδιοκτησιών,  τα οποία αποτελούν οικόπεδα ευρισκόμενα  εντός σχεδίου, έχουν εφαρμογή όλες  οι  διατάξεις (πολεοδομικές, δασικές κ.λπ.), που εφαρμόζονται  για τις εντός σχεδίου περιοχές. Η κατάτμηση των παραπάνω ιδιοκτησιών επιτρέπεται μόνο  σύμφωνα  με  τις  διατάξεις που ισχύουν  για  τη δόμηση, σε  περιοχή  εκτός σχεδίου πόλης. Υπόλοιπο τμήμα  των  ιδιοκτησιών αυτών, πέρα  από εκείνο  που έχει  τις  παραπάνω ελάχιστες διαστάσεις αρτιότητας, οικοδομείται σύμφωνα με τις  διατάξεις για τη δόμηση εκτός  σχεδίου, μόνον εφόσον  το εμβαδόν  του υπόλοιπου αυτού τμήματος  καλύπτει το ελάχιστο απαιτούμενο εμβαδόν για τη δόμηση εκτός  σχεδίου.
3. Γήπεδα ολόκληρα  ή τμήμα  αυτών που βρίσκονται σε περιοχές  εκτός  σχεδίου  πόλης και έχουν πρόσωπο σε δρόμους, όπου έχουν θεσπιστεί  ειδικοί όροι δόμησης και χρήσεις, είτε  για τις περιοχές  αυτές  είτε  γραμμικά για  τους  δρόμους  αυτούς  και  οι οποίοι  σημειώνονται στο  εγκεκριμένο διάγραμμα  με ρυμοτομική  γραμμή  ή με δύο γραμμές,  ρυμοτομική και  οικοδομική,  οικοδομούνται  με τους  πιο πάνω ειδικούς  όρους, μόνο κατά το τμήμα τους που έχει επιφάνεια  ίση με την ελάχιστη επιφάνεια  άρτιου  γηπέδου που προβλέπεται από τους ειδικούς  αυτούς  όρους. Υπόλοιπο τυχόν τμήμα των γηπέδων αυτών, πέρα από εκείνο  που έχει την παραπάνω ελάχιστη επιφάνεια  αρτιότητας, οικοδομείται σύμφωνα με τις  διατάξεις για  τη  δόμηση  εκτός  σχεδίου,  μόνον εφόσον το εμβαδόν του υπόλοιπου αυτού τμήματος καλύπτει  το ελάχιστο απαιτούμενο εμβαδόν για τη δόμηση εκτός  σχεδίου. Για την τοποθέτηση του κτιρίου  ή των κτιρίων  εντός  του γηπέδου  λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του γηπέδου.
4. Οικόπεδα που βρίσκονται  μέσα σε εγκεκριμένο σχέδιο και έχουν παραχωρηθεί  από το κράτος  έως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, για οποιονδήποτε  λόγο, με αποφάσεις  ή παραχωρητήρια,  θεωρούνται άρτια  και οικοδομήσιμα με όποιες διαστάσεις και εμβαδόν παραχωρήθηκαν  ή με τις  τυχόν  μικρότερες ή μεγαλύτερες που έχουν  στην  πραγματικότητα, εφόσον  η μεταβολή αυτή δεν οφείλεται σε μεταβιβάσεις.
Σε περίπτωση μείωσης των ανωτέρω οικοπέδων λόγω ρυμοτομίας,  θεωρούνται άρτια  και οικοδομήσιμα,  εφόσον έχουν τα  ελάχιστα όρια αρτιότητας που προβλέπονται,  κατά  τον  κανόνα  ή κατά  παρέκκλιση,  από τις διατάξεις που ισχύουν  για  την  περιοχή  ή εκείνα  που προβλέπονται  από το άρθρο 25 του ν. 1337/1983, όπως εκάστοτε ισχύει.
Οικόπεδα που δημιουργούνται από κατάτμηση παραχωρηθέντος οικοπέδου, που έγινε  ύστερα  από έγκριση της αρμόδιας  για την παραχώρηση αρχής, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον είναι άρτια, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την περιοχή. Σε αντίθετη περίπτωση  εφαρμόζονται οι διατάξεις του  άρθρου  25 του ν. 1337/1983, όπως εκάστοτε ισχύει.
5. Αν η οδός που αποτελεί το ακραίο  όριο εγκεκριμένου μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος σχεδίου  πόλης, τέμνει  ιδιοκτησίες και δεν  έχουν  καταβληθεί οι οφειλόμενες  αποζημιώσεις  για την εφαρμογή του σχεδίου ως προς  την  οδό  αυτή  μπορεί  να τροποποιείται και επεκτείνεται το σχέδιο  με την μετατόπιση της οριακής αυτής  οδού  προς  την  εκτός σχεδίου περιοχή  χωρίς πάντως να τέμνονται άλλες  ιδιοκτησίες.
Το τμήμα που εντάσσεται στο σχέδιο  πόλης από την καθεμία  από τις  παραπάνω ιδιοκτησίες δεν μπορεί να είναι  εμβαδού  μεγαλυτέρου του  διπλάσιου  των  κατά τον  κανόνα  ορίων αρτιότητας που προβλέπονται  από το ήδη εγκεκριμένο σχέδιο της περιοχής. Η μετατόπιση αυτή  επιτρέπεται μόνον εφόσον  εναρμονίζεται με τις κυκλοφοριακές και τις εν γένει πολεοδομικές συνθήκες και ανάγκες  της περιοχής.
Σε  περίπτωση  εφαρμογής της  παραγράφου αυτής μπορεί και να αυξάνεται ή να μειώνεται το πλάτος  της μετατοπιζόμενης οδού. Για  το  τμήμα  που εντάσσεται στο σχέδιο  πόλης με βάση την παράγραφο  αυτή, ισχύουν οι όροι δόμησης που θεσπίζονται από το ήδη εγκεκριμένο  σχέδιο  της  περιοχής,  όπως αυτοί  κάθε  φορά ισχύουν.
6. Σε περίπτωση εφαρμογής  της προηγούμενης παραγράφου οι κύριοι των παραπάνω ιδιοκτησιών υπόκεινται σε εισφορά  γης και χρήματος κατά  τις  διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του ν. 1337/1983. Αν το εμβαδόν της έκτασης  την  οποία  καταλαμβάνει η μετατοπιζόμενη οδός είναι  ίσο ή μεγαλύτερο προς την κατά  το προηγούμενο εδάφιο  εισφορά  σε γη δεν οφείλεται άλλη  εισφορά σε γη ή αποζημίωση. Αν είναι  μικρότερο οφείλεται η διαφορά  της  εισφοράς γης. Η έκταση  αυτή  αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου από τη δημοσίευση  της υπουργικής απόφασης που προβλέπεται στην επόμενη παράγραφο  7.
7. Η τροποποίηση  και η επέκταση  του σχεδίου  πόλης κατά  την παράγραφο  5 του παρόντος  άρθρου γίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και  Κλιματικής Αλλαγής, η οποία  εκδίδεται κατά  τη διαδικασία του  άρθρου  3 του  ν.δ. της  17.7.1923. Αν η διαδικασία αυτή έχει τηρηθεί μέχρι τη δημοσίευση  του νόμου αυτού δεν απαιτείται επανάληψη για την έκδοση της απόφασης Υπουργού

Εκτύπωση